top of page



Apostol (or Abostol)

Αποστόλ, Αποστόλης, Απόστολος


Apostol, Apostolis, Apostolos

Abostol or Apostol: Apostol (Cappadocia: Αποστόλ) or Apostol(os) < Gk. Apostolos . The name is derived from the Holy Apostles all together, “apostolos” meaning “apostle” in Greek. Greek variants: Απόστολος, Πόστολος, Αποστολάκης, Αποστόλης, Λάκης, Πόλιος, Αποστόλης, Στόλης, Τσιόλης, Τσολάκης, Τόλης, Τολίτσης, Τσάπος. Cappadocia: Απόστολος, Αποστόλης, Αποστόλ και Ποστόλ, Απόης, Απόστιλκος. Slavic variants: Apostol (Bulgarian); Apostol (Slavomacedonian); Apostol (Romanian).

Greek Male Names - Index 

bottom of page